Τα αδιέξοδα σου

Είναι κάποιες μέρες που το σκοτάδι σε έλκει σαν μαγνήτης. Τότε έρχονται όλα ανάποδα. Υπάρχουν αδιέξοδα γεμάτα αυταπάτες και παγίδες που βγήκαν από την κόλαση. Όλα είναι εναντίον σου και όλοι πέφτουν επάνω σου λες κι εσύ είσαι ο αποδιοπομπαίος τράγος. Κι εσυ φωνάζεις 'Έλεος! Αφήστε με πια!', κι αυτοι συνεχίζουν ακάθεκτοι. Πέσανε λοιπόν όλοι πάνω μου, και όλα πάνω μου. Οι καταστάσεις τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι εσύ δεν τις προλαβαίνεις. Οι άνθρωποι, ένας ένας, σε ξεγράφουν και στο λένε απερίφραστα. Γιατί; Γιατί απλά φωνάζεις την αλήθεια. Και η αλήθεια δεν αντέχεται, οπότε βάζουμε όπισθεν και την κάνουμε με ελαφρά. Και μένεις μόνος, ήσουν πάντα μόνος αλλά τώρα πια είσαι έρημος. Και αναρωτιέσαι, που θα μας βγάλει αυτό το τσίρκο, που λεγεται ζωή.

Όχι, νομίζω πως ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι. Τέτοια ζωή δεν την θέλω. Οπότε πρέπει να βρω δικό μου μονοπάτι. Αλλά πως να το ανιχνεύσω μέσα στην ομίχλη. Το μυαλό μου έχει πάρει ανάποδες στροφές και ζητάει το αδύνατο. Ή μάλλον, το αδύνατο με ζητάει και προσπαθώ να το αγγίξω. Όλα είναι μια ψευτιά, ένας βουρκος δίχως πάτο, που σε πάιρνει στα έγκατα του. Τι κι αν σε αρνιέται μια ψυχή; Διέγραψε την κι εσύ. Αλλά είναι όλα νεφελώδη.

Οι αντοχές μειώθηκαν αισθητά, και το μηδεν κάνει το παιχνίδι του, Που μας πηγαίνει αυτό το πλοίο μέσα στην τρικυμία. Μήπως, λέω μήπως, πρέπει να βρούμε τον καπετάνιο και να τον σκοτώσουμε. Μήπως πρέπει να ρθει το τέλος;

'Στα λεγα, δεν μ'άκουγες, τραβάς για την αγχώνη'


Έρεβος

Συνείδηση ανιδιοτελής. Αυτεπίγνωση αχρεία. Το κάτοπτρο που διαθέτεις χλώμιασε, θόλωσε και δεν βλέπεις για που τραβάς. Βλέπεις μέσα απο ένα μαγικό ''έσοπτρο'' ράκη του εαυτού σου και του κόσμου. Ποιος είμαι τώρα, ποιος θα είμαι αύριο, ποιος ήμουν χθές και ακόμα χειρότερα η απολησμονιά που χαράζει το τοπίο ανέφελα. Συγγνώμη, αφαιρέθηκα. Δεν το ήθελα μα θάμπωσε ο νους μου, όλα τα πράγματα πήραν μια παράξενη τροχιά, ένα γύρο απο το φεγγάρι και τον ήλιο, τα πράγματα που μας δίνουν ζωή.
Αγαπημένο μου μπλογκ δεν σε ξέχασα, μα δεν ειμαι Εγώ τώρα. Όταν θα με βρω θα σου ξαναγράψω.

Άγριες νύχτες

Αγαπημένο μου μπλογκ, 

Μετά απο μια μεγάλη παύση, σοφή απεξάρτηση απο σένα επιστρέφω δριμύτερος και πιο δυνατός. 

Είναι που κάτι με καίει και κάτι δυνατό και συνάμα ζόρικο με πληγώνει και θέλω να σου εξομολογηθώ. Αλλά δεν χάνω το κέφι μου
-όχι- γελάω με τις αναποδιές και τις πίκρες που ταλανίζουν την ψυχή μου. Άλλωστε, αυτό είναι το θαύμα της ζωής, να ζεις την κάθε
σου στιγμή όσο σκληρή κι αν είναι σε όλο της το μεγαλείο.

Ζω τις νύχτες, ή μαλλον, δεν ζω απλά επιβιώνω. Και κάποιος με ξεγελάει, κοιτάει το δάχτυλο μου στην κατεύθυνση που στοχεύει και με
χλευάζει. Αυτός ο κάποιος με καρφώνει στον μπάτσο της ψυχής μου, στην ασφάλεια που με παραμονεύει, και κάνει το παιχνίδι πολυ πιο ενδιαφέρον
απ'ότι είναι. Η ψυχή μου κυνηγάει πάντα το αδύνατο, αυτό που δεν αντέχω. Γι'αυτόν τον λόγο δεν θέλω να κοιτάξω απο μακρυά τα πράγματα
που δεν μπορώ να ζήσω στον κόσμο αυτό.Θέλω να έχω μια ψευδαίσθηση, μία μόνο αυταπάτη, μια φενάκη που θα στεφανώσει το αδύνατο 
και θα με κάνει να παρεκτραπώ και να το ζήσω.

Αυτόν τον καιρό ζω στα Εξάρχεια, διπλα σε μία αγνή ψυχή που προσπαθεί να γεμίσει τα κενά μου. Εις μάτην όμως. Προσπαθώ να την αρνηθώ 
μα κρατιέμαι ζωντανός απο αυτήν. Φταίνε τα υγρά μάτια της στο χάραμα που με κοιτάζουν όλο στοργή. Γυρίζω την πλάτη μου και καραδοκώ τις
αντιδράσεις της. Δεν θέλω να με απορρίψει γιατί η αρχή κάθε έρωτα είναι το τέλος μου. Και γιαυτό θα υπομένω.

Τα βράδια του καλοκαιριού είναι ευχάριστα. Παίρνω τους δρόμους καθε βράδυ, όταν λιγοστά αυτοκίνητα κυκλοφορούν και οι οδοί είναι 
αδειοι. Κυνηγάω μια υπόσχεση που κουβαλώ στις πλάτες.Είναι αργά, όλα είναι κλειστά και γλυστράω αθόρυβα μέσα στην μούχλα αυτής της 
γειτονιάς. Γιατί σε αυτόν τον μαγικό κόσμο δεν γίνεται τίποτα πια που να έχει ενδιαφέρον.Παρακαλάω την βαριά νύχτα να με σκεπάσει, 
να με αγκαλιάσει. Η ψυχή μου υπνοβατει, χωρίς νόημα, χωρίς αιτία, χωρίς σκοπό μέσα στο ναυάγιο αυτής της πόλης. Ζητάω μια χαμένη 
σκέψη να με ζεστάνει, να ξεχαστεί και να μείνει παρέα μου.

Και πίνω, πίνω. Πληρώνω για τα λάθη του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος. Σαν απειλή το πιοτό, σαν βρισιά μπας και πάρει στροφές η 
καρδια μου. Για να ξεχνάω ότι κοιτάω πίσω απο στόρια νεκρά τις ναυαγισμένες μου ελπίδες.

Ψάχνω τις νύχτες με μάτια κλειστά. Μα δεν βρίσκω ποτέ τον δρόμο μου. Ειναι σκιές που χάνονται μες το σκοτάδι. Θύματα του μυστηρίου, ανάπηροι
δρομείς. τα όνειρα είναι εφιαλτικά και κόβονται στα δυό. Αξίζουν μια αμοιβή. Πάω να την καρπωθώ.

Καληνύχτα


Θυμήσου το Αύριο

Ξεκλείδωσε τα χρώματα
που βρίσκονται πίσω απο τα μάτια μου
Οι ικεσίες του χτες
γίνονται τα ψέμματα του αύριο

Κοίτα τον ορίζοντα
ας με πάρουν τα σύννεφα πιο ψηλά
Κι εγω θα ξαναεπιστρέψω
μέσα από τις φωτιές

Δάκρυα της λήθης, δάκρυα της χαράς
δάκρυα για κάποιον μα όχι για σένα
έξω στην τρέλα, εγώ σαν πανόπτης
στραφταλίζω ψηλά, να ανάψω τον ουρανό

Θα ξαναεπιστρέψω
μέσα από τις φωτιές


Η Ελεγεία μιας Ουτοπίας

  Κάποτε, όχι πολύ παλιά, είχα ένα κουσούρι -αν λέγεται κουσούρι. Τα πάντα γύρω μου, λοιπόν, είχαν μια μαγεία. Ένα μαγικό πέπλο που τα κάλυπτε όλα και εκεί μέσα εξελισσόταν η ζωή μου. Όλα ήταν ποίηση. Από το φως του ήλιου που έμπαινε από τις περσίδες το πρωί, μέχρι το φως του δειλινού στο τζάμι του φτωχού ηλεκτρικού. Και όταν σου λέω όλα, το εννοώ... Όλα. Τα φτωχικά δρομάκια στο Κέντρο ήταν αιτία σύνθεσης τραγουδιού. Τα μπουρδέλα στον Πειραιά αφορμή για να ζωγραφίσω έναν πίνακα. Ακόμα και το βλέμμα των κοριτσιών, οποιουδήποτε κοριτσιού, αιτία για ένα ποίημα. Άλλωστε, τότε, και το ξέρω καλά πια, έγραψα τα καλύτερα μου ποιήματα, τα καλύτερα μου τραγούδια, τους πιο όμορφους πίνακες μου.

  Ξυπνούσα το πρωί, έλεγα 'καλημέρα' στον εαυτό μου και κατρακυλούσα σε ένα γοητευτικό ποτάμι. Ένα ποτάμι που δεν είχε αρχή και τέλος. Έπινα τον καφέ μου, και απολάμβανα το άρωμα του, καθώς άχνιζε ζεστός στην κούπα μου. Έστριβα το πρωινό μου τσιγάρο και ήταν βάλσαμο. Έβαζα τα τραγουδάκια μου και ονειροπολούσα. Έκανα σχέδια πολλά. Ύφαινα το φόρεμα της ζωής μου καρτερικά. Θα κάνω αυτό, θα κάνω το άλλο. Και τα έκανα! Είχα την δύναμη, το κουράγιο, την θέληση- αν θες. Ζούσα σε έναν ονειρικό κόσμο. Συντροφιές έπαιρναν μυθικές διαστάσεις μέσα μου. Οι -κατα καιρούς- κοπέλες μου , μου φαίνονταν νεράιδες. Οι χωρισμοί αφορμή για περισυλλογή και έμπνευση. Κάποτε μάλιστα, και το θυμάμαι πολύ καλά, τρία φώτα απο τον Υμηττό που αχνόφεγγαν σε ένα βροχερό βράδυ, πήρανε τέτοια θρυλική διάσταση μέσα μου που έγραψα και ποίημα. Οι τρεις φωτιές... που σπαράζουν καρτερικά την καρδιά μου.

  Τι έγινε και εξαφανίστηκε αυτή η μαγεία δεν θυμάμαι. Θυμάμαι πάντως ότι πέρασα μια πολύ δυνατή κατάθλιψη και είχα κάποιες εμπειρίες εξαιρετικά δυσάρεστες. Τώρα, δεν υπάρχει αυτή η ευδαιμονία που ένιωθα τότε. Οι αφορμές για την σύλληψη ενός τραγουδιού έχουνε γίνει πολύ λίγες. Ο κόσμος έχασε την μαγεία του. Έγινα κυνικός και δυστυχώς δεν μ'αρέσει. Μήπως αυτο σήμανε και την 'ενηλικίωση' μου; Αχ, και μόνο να υπήρχε ένας διακόπτης να πάω ξανα σε αυτήν την κατάσταση θα τον πάταγα.Εκτός και αν βρίσκομαι συνεχώς υπό την κυριαρχία μιας κατάθλιψης - δεν ξέρω.

  Αλλά από την άλλη σκέφτομαι και το ενδεχόμενο να ζούσα μια ουτοπία, την δική μου ουτοπία. Η αλήθεια είναι ότι καταλαβαίνοντας και πολλά από την ασημαντότητα των όσων ζούμε χάθηκε αυτό το συναίσθημα. Πρέπει να βρω το θάρρος και να το παλέψω, πρέπει να βρω την αλήθεια που έχει κρυφτεί μέσα στον εαυτό μου και να ξαναβρώ εκείνην την 'μαγεία'. Αναφέρω την λέξη μαγεία γιατί είναι αυτή που ταιριάζει καλύτερα στα τότε αισθήματα μου. Όταν ακόμα και μες τις λάσπες εσύ μπορούσες να βρείς διαμάντια, μέσα στην μπόχα των καιρών εσυ να ζήσεις μια ουτοπία, μια ελπίδα για τον καλύτερο κόσμο που τώρα χάθηκε.

  Θα ζήσω και θα περιμένω να βρώ την ουτοπία μου... Κάπου εκεί είναι και με περιμένει, το ξέρω....


Μια βόλτα στο λιμάνι

   Με το μυαλό θολωμένο, σήμερα, κατέβηκα στο λιμάνι. Ένιωσα τα νερα του να με μαγνητίζουν, να κάνω μια βουτιά και να χαθω στην δίνη των κυμάτων. Άθλια καραβάκια, έτοιμα για τα γύρω νησιά. Θολωμένα νερά, βρώμικα. Μυρωδιές ταξιδιών και χαμένων πλοίων, που είτε βυθίστηκαν και δεν πρόβαλαν ποτέ στα μάτια σου, είτε χάσανε πορεία και δεν ξεμπάρκαραν τα όνειρα σου. Μια πάχνη πάνω απο την θάλασσα, έλεγες πως θα την κόψεις με το μαχαίρι. Τα πλοία, τα μεγάλα, αραγμένα νωχελικά περιμένοντας την ώρα τους. Πότε θα είναι, άραγε, το επόμενο μου μπάρκο και για που; Με ποια ψυχολογία;

   Η νύχτα έπεσε σιγά σιγά βυθίζοντας τον ορίζοντα μέσα στο σκοτάδι. Οι αναθυμιάσεις απο τις μηχανές και η αρμύρα της θάλασσας σε πρώτο πλάνο. Κάτι στολισμένα φωτάκια πάνω σε κάποια καράβια αναβοσβήνουν ρυθμικά στα ανοιχτά της θάλασσας. Για που να πηγαίνουν; Κόσμος λίγος και αυτοκίνητα πολλά. Κάνω να φύγω, η θάλασσα έχασε την δύναμη της, τώρα με περιμένει η ενδοχώρα.

   Στο θλιμμένο φως του ηλεκτρικού, δίπλα μου μια γριούλα που διαβάζει τις γραφές, μπρος μου ένας αλλοδαπός με κοιτάει ύποπτα. Θυμήθηκα. Θυμήθηκα, κι ύστερα ξέχασα...

   Που θα μας ξεβράσει αυτή η θάλασσα;


Τρύπες - Καινούρια Ζάλη

Καινούρια ζάλη, απολαύστε στίχους του Γιάννη Αγγελάκα!

Ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός
σε καίει, σε σκορπάει και σε παγώνει
μα εσύ σε λίγο δε θα βρίσκεσαι εδώ
Κάποιοι άλλοι θα παλεύουν με τη σκόνη

Θέλεις ξανά ν' αποτελειώσεις μοναχός
ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει
κάτω από τα ρούχα σου ξυπνάει ο πιο παλιός θεός
Μεσ' τις βαλίτσες σου στριμώχνονται όλοι οι δρόμοι

Ποιοι χάρτες σου ζεστάνανε ξανά το μυαλό
ποιες θάλασσες στεγνώνουν στο μικρό σου κεφάλι
ποιος άνεμος σε παίρνει πιο μακριά από δω
πες μου πιο φόβο αγάπησες πάλι

Σε ποιο όνειρο σε ξύπνησαν βρεμένο, λειψό
ποιοι δαίμονες ποτίζουν την καινούργια σου ζάλη
ποιος έρωτας σε σπρώχνει πιο μακριά από δω
πες μου πιο φόβο αγάπησες πάλι

Το όνειρο που σ' έφερε μια μέρα ως εδώ
σήμερα καίγεται, σκουριάζει και σε διώχνει
μια σε κρατάει στη γη, μια σε ξερνάει στον ουρανό
το ίδιο όνειρο σε τρώει και σε γλιτώνει

Θέλεις ξανά ν' αποτελειώσεις μοναχός
ένα ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει
κάτω απ' τα ρούχα σου ξυπνάει ο πιο παλιός θεός
μεσ' τις βαλίτσες σου στριμώχνονται όλοι οι δρόμοι

Ποια νήματα σ' ενώνουν με μιαν άλλη θηλεία
ποια κύματα σε διώχνουν απ' αυτό το λιμάνι
ποια μοίρα σε φωνάζει από την άλλη μεριά
πες μου πιο φόβο αγάπησες πάλι

Ποια σύννεφα σκεπάσαν τη στεγνή σου καρδιά
ποια αστέρια τραγουδάνε την καινούργια σου ζάλη
ποιο ψέμα σε κρατάει στην αλήθεια κοντά
πες μου πιο φόβο αγάπησες πάλι

Ποιες λέξεις μέσα σου σαπίζουν και δε θέλουν να βγουν
ποια ελπίδα σ' οδηγεί στην πιο γλυκιά αυταπάτη
ποια θλίψη σε κλωτσάει πιο μακριά από παντού
πες μου ποιος φόβος σε νίκησε πάλι



Απόψε

Σήμερα, όταν ξύπνησα, είδα ένα ποτάμι που ξεκινούσε απο την πόρτα μου. Και πήγαινε, και πήγαινε ως το άγνωστο.
Σήμερα, όλα μου φαίνονται σκληρά, σαν να πέτρωσαν όλα στον χρόνο, έτσι γερά, ζόρικα.
Σήμερα, με ρώτησες αν σ'αγαπώ και δεν ήξερα τι να σου απαντήσω. Ισως ναι, ίσως όχι, τι σημασία έχει;
Σημερα, με τσάκισες με ένα ποτήρι κρασί. Το ήπια κι έγινα νυχτολούλουδο στο φως των αστεριών.
Ήπια και δεύτερο, κι έγινα ένα με το φεγγάρι.
Στο τρίτο έφυγα για τον Άρη.
Σήμερα, θυμάμαι μόνο το χτες, και το αύριο κατσουφιάζει, ζητάει κι αυτό ανταμοιβή. Μα, δεν υπάρχει, πως
ζητάει να το σκεφτώ, αφου δεν ήρθε. Κι αν έρθει θα θυμάμαι το σήμερα, σαν να ταν χτες. Τι σημασία έχει;
Σήμερα, η νύχτα μου έχει κολλήσει στο τζάμι. Αργησε να έρθει και ζητάει πληρωμή, θα της την δώσω λούζοντας την με ένα
ποτήρι κρασί.
Σήμερα, τα φώτα στους δρόμους μοιάζουνε με άσπρα πετράδια, και οι περαστικοί βουβοί. Τα πρόσωπα τους χαμένα στο ημίφως,
και όλοι μου φαίνονται ίδιοι. Και όλοι έχουνε τον ίδιο βηματισμό, κουρδισμένα ρομποτάκια λες.
Σήμερα, προσπάθησα να σε αγγίξω και μου ξεγλύστρισες. Μου είπες πως το αίμα μας είναι απο διαφορετική πηγή, κι εγώ σου είπα να
ενωθούμε να το κάνουμε κοκτειλ.
Σήμερα, αναγνώρισα την ελευθερία μέσα στην σκλαβιά μου. Έκανα να την φιλήσω, μα έγινε σύννεφο και εξαφανίστηκε με ένα βουητό.
Σήμερα, αχ σήμερα, είμαι τόσο μόνος.Κρατήρας σε σεληνιακό τοπίο. Μα, τόσο μόνος...

25/3

AmorFati


Τα Χρόνια

Μοιάζουν τα χρόνια σαν αιώνες

και οι αιώνες σαν μέρες λειψές

μοιάζει η θλίψη σαν θεόρατο κενό

και το κενό αυτο γεμάτο, μεγάλο


μοιάζουν οι ώρες μας κρυφοί εραστές

και οι ανάσες σκουριασμένο ατσάλι

μοιάζει και η λέξη μας αυτή

που δεν σκοπεύει να βγει

κρυφο, κρυφο καρναβάλι


μοιάζουν τα λόγια μας

σαν να 'ναι πληρωμένα να βγουν

και οι ελπίδες μας

στο φως ηττημένες

και οι ανάσες μας που χάθηκαν

κι αυτες στο κενό

ενα λευκό, λευκό καρναβάλι


κρύψε τις μνήμες μας

σαν να είναι μια γλυκιά προσευχή

κλέψε την νόηση που απέμεινε σκάρτη

κλείσε της κόλασης τα άγρια μαλλιά

προστάτεψε με από το θολό τους

ποτάμι.....



Γιώργος Σεφέρης - Ὁ Στρατὴς ὁ θαλλασινὸς ἀνάμεσα

Συνεχίζουμε σε ρυθμούς ποίησης με ένα χαρακτηριστικό για το σεφέρειο ύφος του ποίημα, και μια εξαίσια μελοποίηση του...


Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους·
πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·
γι' αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων.

Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξω
κι α φωνάξω-
Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή
σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίας
ή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος
οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγκους
και το φλασκί των ανέμων αδειάζει.
Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει·
ξυπνώ
σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στα χάσματα της αστραπής,
κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ' ανθρώπινα σώματα,
κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας
στην αξεδίψαστη γης
συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα,
θα 'λεγες είναι φορτωμένοι σ' ένα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλντερίμια,
οι αγάπανθοι τ' ασφοδίλια των νέγρων:
Πώς να τη μάθω ετούτη τη θρησκεία;

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα
που την κεντρίζει
το σπέρμα του κορμιού καθώς τ' αλάτι.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι·
εκείνο το σπίτι περιμένει
μ' ένα γαλάζιο καπνό
μ' ένα σκυλί γερασμένο
περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό.
Μα πρέπει να μ' αρμηνέψουν οι πεθαμένοι·
είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους,
όπως τα βάθη της θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι.
Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης·
ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!
Ή, δεν τους βλέπεις;
-"Βοηθήστε μας!"-
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.

Τράνσβααλ, 14 Γενάρη '42